Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΙΙ

Καλωσόρισα το βράδυ,
καλώς ήρθε το πρωί
μα δε φάνηκες στο δρόμο
δε σε φέρνει το στρατί .
Μάτια μου, μάτια μου
σε περιμένω να ‘ρθεις
……………
Καλωσόρισα τους μήνες
και διπλώσαν οι καιροί
μα δε γύρισε στην πόρτα
του σπιτιού μας το κλειδί.
Μάτια μου, μάτια μου
σε περιμένω να ‘ρθεις
…………………
Καλωσόρισα τα χιόνια,
φύγαν οι πρωτομαγιές
και στης άνοιξης το γιόμα 
δεν ανθίουν πασχαλιές.
Μάτια μου, μάτια μου
σε περιμένω να ‘ρθεις
 
Γιάννης Δεβελέγκας

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Κοινοί Θνητοί

 
Στεκότανε πολύ ψηλά
κι αυτό τους ενοχλούσε.
Παρόλα αυτά τον νοιάζονταν  
όσο τους ωφελούσε.
 
Κι όταν εκείνος σώπαινε
κι έστρεφε αλλού το βλέμμα,
η γλώσσα τους κολύμπαγε  
στο φθόνο και στο ψέμα.
 
Μ’ απάντηση δεν παίρνανε
ποτέ δεν χρειαζόταν.
Ούτε ικανοποίηση
πως κάτω θα σερνόταν.
 
Κι όταν μια μέρα έφυγε
κι άφησε πίσω σκόνη
στήσαν τρικούβερτο χορό
σε μαρμαρένιο αλώνι.
 
Καθώς ξεφορτωθήκανε       
την κοφτερή ματιά του  
και στείλαν στον αγύριστο    
τη λαμπερή θωριά του.
 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΣΙΑΡΑΒΑΣ 1950 (Στον Γιώργο ΣΙομπότη 24/12/2025)

 

Παραμονή Χριστούγεννα, σαν σήμερα παλιά,
στου χρόνου τα γυρίσματα πίσω πολύ βαθιά,
στα Γιάννενα στον μαχαλά πρωί πολύ νωρίς,
πριν φέξει, τα χαράματα στο έμπα τη αυγής,
με τον καλό τον φίλο μου τον Ρόζο τον Ηλία,
που ήμασταν συμμαθητές και δίπλα στα θρανία,
κινούσαμε για κάλαντα, «Δόξα Θεώ» να πούμε.
Δεν μοιάζαν στα σημερινά, ακόμα τα θυμούμαι.
……………
Το κρύο ήταν τσουχτερό στα Γιάννενα πρωί,
με την αντάρα συντροφιά, βαριά και σιωπηλή,
παίρναμε τα νοικοκυριά, τα σπίτια στη σειρά,
κι ήμασταν οι μοναδικοί από τη γειτονιά.
Κανείς απ’ άλλον μαχαλά εδώ δεν κατεβαίνει,
μέχρι τη βρύση την παλιά ο δρόμος μας πηγαίνει.
Δεκάρες ήταν η αμοιβή κι αν ήταν τυχερό,
με ένα πενηντάλεπτο θα στήναμε χορό.
..................
Κι απέ, μετά τη μοιρασιά, στη χούφτα τα λιανά,
για το παζάρι τρέχαμε με όνειρα τρελά,
παιχνίδια ν’ αγοράσουμε από του κυρ Θωμά,
που είχε όλων των λογιών καλούδια, ψιλικά.
Μια σβούρα όμως ξύλινη, μια αρμόνικα μικρή,
θα έκαναν αξέχαστη εκείνη τη στιγμή.
Ήταν αλλιώς τα πράγματα, σε άλλες εποχές,
τα πιο όμορφα Χριστούγεννα κι οι πιο ζεστές καρδιές!
 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ποίημα βασίστηκε (Διαμορφώθηκε) από τις αναμνήσεις του Γιώργου Σιομπότη παραμονή Χριστουγέννων του 2025, όπως μου τις διηγήθηκε με τον πρωινό καφέ σε κεντρική καφετέρια των Ιωαννίνων.    



Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Καλωσόρισα το βράδυ, καλώς ήρθε το πρωί
μα δεν φάνηκες στο δρόμο
δε σε φέρνει το στρατί.
……………
Μάτια μου, μάτια μου
σε πήρανε τα πουλιά
Μάτια μου, μάτια μου
σε πάνε στην ξενιτιά.
…………………
Καλωσόρισα τους μήνες και διπλώσαν οι καιροί
μα δε γύρισε στην πόρτα
του σπιτιού μας το κλειδί.
…………………
Μάτια μου, μάτια μου
σου στέλνω για φυλαχτό
Μάτια μου, μάτια μου
ένα φιλί μου γλυκό.
……………….
Καλωσόρισα τα χρόνια, φύγαν οι πρωτομαγιές
και στις άνοιξης το γιόμα
δεν ανθίζουν πασχαλιές.
………………
Μάτια μου, μάτια μου
όταν μια  μέρα θα ‘ρθεις
Μάτια μου, μάτια μου
ότι ποθούσες θα βρεις. 

Γιάννης Δεβελέγκας

Φωτογραφία: Από έκθεση φωτογραφίας του Παναγιώτη Δεβελέγκα



Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

ΤΟΥ ΚΑΠΗΛΕΙΟΥ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Για τσάρκα βγήκα αποβραδίς που στάθηκε μοιραία

αντίκρισα τα μάτια της κοντά στην προκυμαία

την κοίταξα με κοίταξε μου είπε τον καημό της

και άφησε στη θάλασσα τον αναστεναγμό της.

………………….

Μ΄ αποχαιρέτησε νωρίς ξημέρωμα Σαββάτου

με το καράβι της γραμμής, καράβι του θανάτου.

Στον Cavo Doro χάθηκε τα κύματα την πήραν

και την καρδιά μου στο βυθό μαζί της παρασύραν.

…………………..

Στοργή, φιλιά, παρηγοριά, μου χάρισε μια χήρα

σε τούτο δω το πέρασμα μας έδεσε η μοίρα...

Μα εκείνη, δεν την ξέχασα, ούτε και τον καημό της

κι ακούω όπου κι αν σταθώ τον αναστεναγμό της.

……………………

Τώρα μονάχος τριγυρνώ στων ναυτικών τα στέκια

τρομακτικοί μ' ακολουθούν θρύλοι κι αστροπελέκια

παρέα με απόμαχους σ’ αυτά τα καταγώγια

αναζητώ τη λησμονιά, στου καπηλειού τα λόγια…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας


THE WORDS OF THE TAVERN

I went out strolling late one night — a walk that proved my fate,
I saw her eyes down by the quay, where she did hesitate.
I looked at her, she looked at me, and told me of her sorrow,
Then cast her sigh upon the sea, to drift into the morrow.

………………………

She bid farewell at break of day, that early Saturday,
Aboard the coastal ferry boat — death's ship, they often say.
At Cavo D’oro she was lost, the waves became her shroud,
And with her, deep into the sea, my heart was dragged down loud.

………………………

I sought some comfort afterward in a widow I once knew,
I bought her beer to ease the night — a bitter sort of brew.
But I could never let her go, nor what she left behind,
Her sigh still haunts me everywhere — it echoes in my mind.

………………………

And now I wander all alone where sailors gather round,
Phantom storms and lightning bolts are all that now surround.
With aging men in smoky bars, among the ale and grog,
I seek to drown her memory — in the tavern’s murky fog...

Giannis Develegas 

(Translation from Greek to English, with the help of artificial intelligence).

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

ΜΙΚΡΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Δεν γεύτηκα ποτέ εκείνο
το βύσσινο στο βάζο
που με λοιδορούσε από ψηλά. 
Μόνο δυο πόντους πάνω απ’ τ’ ακροδάχτυλα.
…….
Ήθελα να διαδηλώσω, να παραπονεθώ
κάθε φορά όμως με σταματούσε
ένας κάποιος συνειδητοποιημένος
επαναστάτης.
…….
Είπα να φύγω να δραπετεύσω
μα σκάλωσε το μανίκι της ζακέτας μου    
στην πλάτη
μιας ψάθινης καρέκλας.
…….
Κύλησα πάλι στις ενοχές μου
για τις υποσχέσεις που δεν τήρησα
για τη συγνώμη
που σου όφειλα.
…….
Έπρεπε να σου είχα πει
ότι στην είχανε στημένη από βραδύς,  
είχα πασχίσει όμως πολύ
γι αυτή τη θέση.
…….
Βρέθηκαν μετά από χρόνια
ανάμεσα σε ξεχασμένα όνειρα 
τα πρώτα μας τα διαβατήρια
ασφράγιστα.
..….
Κύλισε ένα μικρό δάκρυ    
λίγο πριν πέσει η αυλαία, 
το έκρυψε όμως το σκοτάδι
και η αδυναμία μου.                               
…….
Μ’ αγκάλιασες, με φίλησες στα χείλη 
μα τα δικά μου ήταν σφιγμένα
πίσω από τις οδηγίες
…ειδικών.                                
…….
Ένοιωσα πως έπρεπε να απολογηθώ
για όλα όσα σου στέρησα,
για όλα όσα δεν τόλμησα.
Λογάριασα όμως πάλι τη ζημιά
και το ανέβαλα επ’ αόριστον…
                              
 Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2024

ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ

 

Ήσουν μια όμορφη στιγμή
του κάδρου το τοπίο
μοναδική ανάμνηση
ένας παλιός σκοπός
ένα αγριολούλουδο
που άνθιζε στο κρύο
τ’ αστέρι ήσουν του βορρά
της μοίρας το γραφτό.
………..
Κι εγώ μια λεπτομέρεια
στου κόσμου το βιβλίο
πέλαγο δίχως κύματα
πηγή χωρίς νερό
ήμουν του τοίχου μια ρωγμή
του δάσους μια ακίδα
χαμένο δευτερόλεπτο
στου χρόνου το βυθό.
………..
Γύρισες και με κοίταξες μέσα στην καταιγίδα
και άπλωσες το χέρι σου στο μπράτσο να πιαστώ
μέσα μου πάλι κύλισε του ουρανού η ελπίδα
σαν μ’ έμαθες τον κόσμο σου να τον ακολουθώ.
 
Γιάννης Δεβελέγκας