Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Σ΄ ατλάζια θαλασσιά...













mar


ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΜΟΥ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ

Δεν παιχνιδίζει ξέγνοιαστα
στου αυλόγυρου τις πλάκες η αντηλιά
Κι απόψε μεσ΄ στο βράδιασμα
είσαι στον στοχασμό μου..
.............................................................
Κι όπως σταλάζει γύρω μου ένα κλάμα
πνιγμένο στο μαβί της Δύσης στέναγμα,
σα γέρνει η Ανατολή.
Σκέψεις χιλιάδες έρχονται συντροφιά,
και φέρνουν απαλόμορφο
ανάδευμα ευτυχίας.
Ζω πάντα με τη σκέψη σου. Μ΄ αρέσει η συντροφιά σου.
Κι αγνές απ΄ την ψυχή πνοές,
ακούραστα μεσ΄ της νυχτιάς τα κρίνα,
σ΄ ατλάζια θαλασσιά,
σκορπούν αργά μεσ΄ τ΄ όνειρο, παραδεισένιο χάδι,
γλυκιά ξαποστασιά.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Σ΄ ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ...

Είχα ξεχάσει...
και ήμουν άλλος...
'οχι εκείνος...
όχι εκείνος που ζήσαμε μαζί...
και όταν χάθηκα... γύρισα...
γύρισα σαν άλλος...
και είδα ... και άγγιξα ... 
θυμήθηκα...
Αλλά να γυρίσω πλέον δεν μπορούσα
ήμουν μόνος...
μόνος σε έναν κόσμο γεμάτο με τίποτα...
Είχα ξεχάσει .... 
και θυμήθηκα
Να γυρίσω δεν μπορούσα...
ήμουν μόνος...
μόνος σε έναν κόσμο γεμάτο με τίποτα...
Αλλά ήρθες εσύ...
και πίσω με έφερες... !!!                                                                  Pan

ΠΩΣ ΛΑΧΤΑΡΩ!...


ΠΩΣ ΛΑΧΤΑΡΩ ΝΑΡΘΩ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ!...

Νάρθη η ώρα να βρεθώ ξανά κοντά σου
με μια παράξενη λαχτάρα καρτερώ
να ξανανοιώσω το ζεστό τ΄ ανάσασμά σου
να ξανακούσω τα χιλιάδες «σ΄ αγαπώ…»

Κι απ΄ της ψυχής Σου τ΄ άυλα χάδια μεθυσμένη
σε μυριοπόθητες να γείρω πασχαλιές
να ξαναβρώ την ευτυχία την χαμένη
κι όσες μου στέρησε η μοίρα μου χαρές.

                                                      άννα   25 Μαΐου 1951

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

ΞΑΦΝΟΥ Σ΄ ΕΝΑ ΑΠΟΓΥΡΙΣΜΑ...

        Πριν ογδόντα πέντε περίπου χρόνια, ο Νίκος Καζαντζάκης, απεσταλμένος αθηναϊκής εφημερίδας  στον ναό της αρχαίας Φιγαλείας στην καρδιά της Πελοποννήσου, σημείωνε:
       «Και ξάφνου, σ΄ ένα απογύρισμα του βουνού, υψώνεται ανεπάντεχα μπροστά του ο ξακουστός ναός του Επικούριου Απόλλωνα.
        Ευθύς ως τον αντικρίσεις, καμωμένος όπως είναι με τις ίδιες πέτρες του βουνού, νοιώθεις την βαθειάν ανταπόκριση του τοπίου και του ναού. Σαν ένα κομμάτι του βουνού, πέτρα από την πέτρα του, φαντάζει ο ναός αξεχώριστα σφηνωμένος ανάμεσα στους βράχους, βράχος κι αυτός, μα βράχος που πέρασε από πάνω του το πνεύμα.
        Έτσι πελεκημένες και τοποθετημένες οι κολόνες του ναού, εκφράζουν την ουσία όλης ετούτης της βουνίσιας αυστηρότητας κι ερημιάς. Θαρρείς πως είναι η κεφαλή του τοπίου, η ιερή γυροτραφισμένη περιοχή, όπου μέσα προφυλαγμένος αγρυπνάει ο νους του.
        Κι εδώ η αρχαία τέχνη, συνεχίζοντας κι εκφράζοντας τέλεια το τοπίο, δε σε ξαφνιάζει. Επιτήδεια, ήρεμα, από μονοπάτι ανθρώπινο σε ανεβάζει, χωρίς να λαχανιάσεις, στην κορυφή».
        Και συνεχίζει ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής:
        « Από το καλύβι του φύλακα βγήκε μια γριούλα και τη ρώτησα:
-          Και τι ναι δω;
-          Ε, δε βλέπεις, πέτρες.
-          Και γιατί έρχονται από την άκρα του κόσμου και τις βλέπουν;
Η γριά δίστασε μια στιγμή. Χαμήλωσε τη φωνή της:
-          Είσαι ξένος; με ρωτάει.
-          Όχι Έλληνας.
Πήρε θάρρος η γριούλα, σήκωσε τους ώμους:
-          Κουτόφραγκοι! έκαμε κι έσκασε στα γέλια». 

ΑΠΟ ΧΤΕΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ

    
Σ΄ είχα μακριά μου κι είχα πάντοτε χειμώνα
Κι ήταν τα βράδια μου νεκρά, δίχως πνοή
Και να, που χτες άνθισε πάλι η ανεμώνα
Κι η κουρασμένη μου ξανάνιωσε ζωή.

Ήρθες εσύ κι ήρθε κι η άνοιξη με σένα
Και ξαναγέμισαν οι φράχτες πασχαλιές
Κι ήρθαν ξανά τα χελιδόνια από τα ξένα
Κι έχ΄ η καρδιά μου πανηγύρι από χτες.
                                                    
                                     20. Iουνίου.1951