Το
ρεπορτάζ ανέφερε για
ασυνήθιστα σ’
αυτήν την εποχή επίπεδα
θερμοκρασίας. Στα
βάθη της Ασίας. ……. Ο
τηλεφωνικός θάλαμος γωνία
Αλκμήνης και Διός άφηνε
να περνά από
τις χαραμάδες του τον
πυρωμένο αέρα. Η
Σία δε φορούσε βέρα. ……… Κρέμασε
το ακουστικό το
χείλι έτρεμε από την αγωνία στο
θάλαμο εξελίσσονταν μία
μυσταγωγία σαν
δήλωσε την πυρκαγιά. Την
έπιασε ναυτία. …….. Στην
άλλη άκρη της γραμμής ψυχρή
τηλεφωνήτρια κατέγραψε
το περιστατικό μια
τζούρα ήπιε του καφέ και
σήμανε συναγερμός. Στα
μέσα υπηρεσίας. ……. Απ’
τ’ όχημα της πυροσβεστικής που
έφτασε ταχέως στον
τόπο που έπιασε φωτιά κατέβηκε
ανήσυχος, ήταν
ωραίος νέος. Τη
ρώτησε για τη φωτιά το
μέρος που είχε πιάσει ήταν
ανθυποπυραγός. Τον
λέγανε Θανάση. ……. Αυτή
με την παλάμη της δείχνει
το μέρος της καρδιάς εκεί
που την πονάει τ’
άλλα… τα προσπερνάει. Ήταν
αρχές του Μάη. ……. Της
χαμογέλασε αυτός το
όχημα το διώχνει, στον
ώμο του λαμπύρισε ακόμη
έν’ αστέρι. Της
έπιασε το χέρι. Αργότερα
το ρεπορτάζ ανέφερε
για ασυνήθιστα σ’
αυτήν την εποχή επίπεδα
θερμοκρασίας. Στην
αγκαλιά της Σίας
Και τι να
πεις σαν γίν’ η αγάπη το μέσο μιας
συναλλαγής. …για το φιλί
της προδοσίας τις
υποσχέσεις της στιγμής. Και τι να
πεις στη δόλια μάνα που έχει
χάσει το παιδί στην
εγκαταλειμμένη κόρη που τον
θυμάται κάθε αυγή. Και τι να πεις
για την Ευρώπη και τι για
την Αμερική που
παριστάνουν τους αθώους στων
αγνοουμένων το Νησί; Και τι να πεις
για της Ελλάδας τους αρωγούς
- κατακτητές για τους φορείς
της εξουσίας τους
ντόπιους διακινητές. Και τι να
πεις για την πατρίδα που την κατάντησαν
μισή αυτοί που
για δεκαετίες μονοπωλούνε τη
σκηνή. Και τι να
πεις σ’ αυτή τη μάζα παραδομένους
θεατές σ’ ότι ξεπλένει
το κανάλι σ’ ότι
ποτίζει ο τσεσμές. Γιάννης
Δεβελέγκας
Στο σπίτι
του γραμματικού μεσάνυχτα και κάτι πετάχτηκε η
γερόντισσα απ’ το βαθύ τον ύπνο. Τετράκις στριφογύρισε απάνω στο κρεβάτι σα ν’ άκουσ’
έξω τη βροχή που έπεφτε στον τσίγκο. Κ' είχε απλωμένα τα προικιά.
Γιαννιό, πρόσταξε
στο παιδί που ξάπλωνε στο δώμα. «Για κοίτ’ αντίκρυ
πεφτ’ βρουχή απάνουθι στα τσίγκια»; Κι ο Γιάννος
πού με το Λενιώ ζεσταίνανε το στρώμα: «Κοιμήσ' γριά, δεν έχει βρουχή, ιγώ κατράου μι φόρτσα». Τ' είχε στα σκέλια τη χαρά!
Η Βαλεντίνα στάθηκε με
πλάτη γυρισμένη στη
Φοντάνα Ντι Τρέβι. Σήκωσε
το τηλέφωνο και
πήρε σέλφι στάση, στη
Ρώμη είχε φτάσει, μοντέλο
να σπουδάσει. ……. Στο
πλάνο εμφανίστηκε γλυκό
το προσωπάκι ίσιωσε
το μαλλάκι. Πίσ’
ο θεός Ωκεανός έσκυψε
το κεφάλι η
σέλφι να τον πιάσει, να
της χαμογελάσει. …….. Της
χαμογέλασ’ ο Θεός μέσ’
από την οθόνη δεν ήταν πλέον μόνη. Η
Ντί ενθουσιάστηκε με
όλη αυτή τη φάση, κι
έριξε ένα νόμισμα και
μιαν ευχή να πιάσει. ……. Τώρα μαζί με την ευχή βαδίζουν
χέρι χέρι στ’
απόκρυφα τα μέρη. Η
Ντι θα τα κατάφερνε ο
κόσμος να χαλάσει στην
κορυφή να φτάσει και
η ευχή να πιάσει. Γιάννης
Β. Δεβελέγκας
Τα
εγκεφαλικά κύτταρα της Ζουλιέτ πήραν μια
ασυνήθιστη κινητικότητα όταν έξω από
το παγοδρόμιο βίωσε μια
ανείπωτη προκλητικότητα. Καθόταν σε
ένα ξύλινο παγκάκι στον ουρανό
ψηλά πετούσε ένα γεράκι όταν την κοίταξε
επίμονα τ’ αγόρι που ήταν
χωμένο σ’ ένα γκρίζο πανωφόρι.
Ο τύπος με
κοιτάζει με αυθάδεια «Ήθελα να
‘ξερα ποιος σου ‘δωσε την άδεια» φώναξε πίσω
από το κόκκινο κραγιόν που ‘χε
αγοράσει απ’ το καλάθι της Avon. Αν συνεχίσεις
να κοιτάς επίμονα τα πόδια μου,
το μπούστο, μ’ αυτή την ξιπασιά σου οι δικαστές
το κρίνανε ομόφωνα η
παρενόχληση αυτή, θα είν’ όλη δικιά σου.
Ζουλιέτα,
έχεις καλλίγραμμες καμπύλες αυτά το
πόδια ανοίγουν τις πιο μεγάλες πύλες της είπε
ένας μοντελίστ στο Ελιζέ «να ντύνεσαι
ανάλαφρα να είσαι νεγκλιζέ».
Τ’ αγόρι
απομακρύνθηκε αδιάφορα και η
Ζουλιέτ αναστατώθηκε παράφορα Θα ‘θελε
έναν άνδρα στο τιμόνι αλλά απ’ ότι φαίνεται, πάλι θα μείνει μόνη.
Τα
εγκεφαλικά της κύτταρα μπρος στην
πραγματικότητα χάσαν την
ασυνήθιστη κινητικότητα με τον καιρό
ξεθώριασε και το κραγιόν που 'χε αγοράσει απ’ το καλάθι της Avon και η "προκλητικότητα"… δεν έχει πια ταυτότητα.
Εικόνα μου έλα, πρέπει να τα βρούμε. Θέλω
να είμ’ απόψε ειλικρινής. Μην
αντιστέκεσαι! Μαζί της όταν βγούμε, θέλω
να είμ’ αυτός που εσύ μισείς... Γιάννης
Β. Δεβελέγκας
Γύρνα σπίτι! Να… Σ’ εκείνη τη γωνιά που μάθαινες προπαίδεια κι
ορθογραφία. Σε περιμένουν ανεξίτηλες οι πρώτες σου αναμνήσεις, το ζεστό ψωμί, το τραγούδι
της μάνας κι ένα χαμόγελο κατανόησης. Σε καρτερούν απείραχτα από το
χρόνο τα σκονισμένα σου βιβλία με τις σκόρπιες
σημειώσεις, με τα ζωγραφισμένα όνειρά στις μέσα τους σελίδες, το πρώτο σκίρτημα… ο απολογισμός. Γύρνα σπίτι! Να… Έλα σ’ αυτόν τον κήπο, τον δικό σου τον κήπο με τα
χιλιάδες χρώματα, τη γερμένη βρύση, τις άγουρες
φράουλες, την ανθισμένη κερασιά που
ζωντανεύει κάθε άνοιξη κάτω από τη φυλλωσιά της, τα γαλάζια της μάτια, τα
καστανά της μαλλιά, τον ήχο της φωνής της, το
ζεστό της κορμί... τον απολογισμό. Γύρνα πίσω στη μικρή πατρίδα! Είναι γνωστός ο δρόμος… Τον έχουν χαραγμένο οι
παππούδες σου. Πάρε το άτι το γοργό, το ακούραστο, κι έλα να χτίσεις κάτω από
τον γαλάζιο ουρανό της, κάτω από το φως της «που
είναι όλο πνέμα»(1). Αυτό το άτι πάρε! Κι άστο να σε οδηγήσει από το
δύσκολο το μονοπάτι, αυτό που ακολουθούν οι
διαλεχτοί, «μέσα από τα άγρια
ριζολίθια»(2). Γιατί οι στράτες οι πλατιές,
οι εύκολες, είναι για τους μικρόβουλους,
τους ταπεινούς. Και τέτοιον η πατρίδα δε σε
θέλει. Πάρε το καλοτάξιδο καράβι με το σκαρί το
θαλασσοδαρμένο! Κι «αν πέσει πούσι αποβραδίς»
(3) και οι φάροι χάσουνε το φως
τους, μην κιοτέψεις, γιατί κρατάς γερά στο χέρι τη γέρικη πυξίδα του πατέρα! Κι έλα, να χορέψουμε τους δικούς μας τους χορούς και να πιάσουμε από την αρχή τα δικά μας τα τραγούδια! Γιάννης Β. Δεβελέγκας (1): Νίκος Καζαντζάκης: (Αναφορά στον
Γκρέκο), (2): Ιωάννης Πολέμης: (Το Άτι), (3) Νίκος Καββαδίας: (Πούσι)
Ήσουν αητός κι εγώ ο άνεμος που
δρόσιζε τα απλωμένα σου φτερά κι
όταν ξαπόσταινες στο λιόγερμα το
σύννεφο που σου κρατούσε συντροφιά. ............................ Λιμάνι
εγώ κι εσύ το όνειρο που
καθρεφτίζονταν στ’ απάνεμα νερά. Το
κύμα εσύ κι εγώ το πέλαγο που
μας ταξίδεψε σε μέρη μακρινά. ……………….. Εγώ
καημός κι εσύ η θάλασσα που
μου θυμίζει πόσο είσαι μακριά, Τ’
αστέρι εσύ κι εγώ ο δρόμος σου που
θα σε φέρει πίσω τούτη τη νυχτιά. …………….. Του
ονείρου έσβησαν τα φώτα δεν
είναι τίποτα όπως πρώτα. Και
το ταξίδι μας, είχες να πεις: «Στο
κρίμα τέλειωσε… κάποιας στιγμής». Γιάννης
Β. Δεβελέγκας
Ένα τραγούδι εμπνευσμένο από το υπέροχο κείμενο-εξομολόγηση
της Σόνιας Θεοδωρίδου, που ανάρτησε στο προφίλ της στο Facebook! Με το που άρχισα να το διαβάζω, διαπίστωσα
πως πίσω από κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξεως, αναπηδούσε μουσική! Μια μελωδία που
έφτανε αβίαστα κατευθείαν στην καρδιά μου παρακάμπτοντας αισθήσεις και αισθητήρια.
Αυτό που αποκαλύφθηκε μετά από ποιος ξέρει πόση ώρα, ήταν ένα τραγούδι! Ένα
δώρο!
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΣΟΝΙΑΣ ... το να γερνάς είναι ένα δώρο. Δεν
θα άλλαζα τίποτα από τον εαυτό μου επειδή δεν μου αρέσει να στρώνω το κρεβάτι,
ή επειδή δεν τρώω κάποια «πράγματα». Τελικά νιώθω ότι έχω το δικαίωμα να είμαι
ακατάστατη, αυθεντική και να περνάω τις ώρες μου θαυμάζοντας λουλούδια. Έχω
δει μερικούς αγαπημένους φίλους να φεύγουν από αυτόν τον κόσμο προτού
απολαύσουν την ελευθερία που έρχεται με το γήρας. Ποιος νοιάζεται αν επιλέξω να
διαβάσω ή να παίξω στον υπολογιστή μέχρι τις 4 το πρωί και μετά να κοιμηθώ
μέχρι ποιος ξέρει τι ώρα; Ποιος νοιάζεται αν χορεύω μόνη μου ακούγοντας μουσική
των 60's; Κι αν μετά θέλω να κλάψω για μια χαμένη αγάπη; Και αν περπατάω στην
παραλία με μαγιό, με το ατελές κορμί μου και βουτήξω στα κύματα αφήνοντάς τα να
με χαλαρώνουν, ποιος νοιάζεται για τα βλέμματα όσων φορούν ακόμα μπικίνι? Θα
είναι κι εκείνοι κάποια στιγμή ηλικιωμένοι, αν είναι τυχεροί. Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά τα χρόνια η
καρδιά μου έχει υποφέρει από την απώλεια κάποιων αγαπημένων προσώπων, Αλλά
είναι η θλίψη που μας δίνει δύναμη και μας ωριμάζει. Μια καρδιά που δεν έχει
ραγίσει είναι άγονη και δεν θα γνωρίσει ποτέ την ευτυχία του να μην είσαι
τέλειος. Είμαι περήφανη που έζησα αρκετά για να γκριζάρουν τα μαλλιά μου και να
κρατάω το χαμόγελο της νιότης μου, από τότε που δεν υπήρχαν ακόμα βαθιά αυλάκια
στο πρόσωπό μου. Μου
αρέσει να είμαι μεγάλη, γιατί τώρα είμαι πιο σοφη, πιο ελεύθερη! Ξέρω ότι δεν
θα ζω για πάντα, αλλά όσο είμαι εδώ, θέλω να ζω σύμφωνα με τους δικούς μου
νόμους, αυτούς της καρδιάς μου. Δεν θέλω να παραπονεθώ για αυτό που δεν
συνέβησαν, ούτε να ανησυχώ για το τι θα γίνει. Στο χρόνο που απομένει, απλά θα
αγαπήσω τη ζωή όπως έκανα μέχρι τώρα, τα υπόλοιπα τα αφήνω στον Θεό.
ΠΟΙΟΣ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ
Είμαι χαρούμενη που έζησ’ αρκετά, για να γκριζάρουν τόσο τα μαλλιά μου της νιότης το χαμόγελο κρατώ και την ελευθερία στην καρδιά μου. Ποιος νοιάζεται αν διαλέγω ότι ποθώ; Αν επιλέγω με τον υπολογιστή μου σ’ άγνωστους κόσμους ως αργά να περπατώ, ν’ απορυθμίζω όλα τα πρέπει της ζωής μου; Και όταν αποκοιμηθώ… μέχρι, ποιος ξέρει; θα ονειρεύομαι το αύριο και το χθες παρέα με τ’ ουρανού το κάθε αστέρι θ’ ανακαλύπτω νέες διαδρομές. Η Μοίρα όταν
γεννήθηκα μου άφησε για δώρο ® μια ανέμη τυλιγμένη
με κόκκινη κλωστή! Με φίλησε
στο μέτωπο μου έπιασε το χέρι και
φεύγοντας ψιθύρισε στ’ αυτί μου μιαν ευχή! Ποιος νοιάζεται χορεύοντας τα βράδια, αν κλάψω για μια αγάπη μου χαμένη. Αν τραγουδώ με της καρδιάς μου το ρυθμό μια μελωδία χρόνια τώρα ξεχασμένη; Κι αν περπατώ στις παραλίες με μαγιό, το ατελές κορμί μου αν το περιφέρω ποιος νοιάζεται την όποια κριτική, από τα πρότυπά τους λίγο αν διαφέρω. Θα είναι άραγε οι κριτές μου τυχεροί όταν εδώ που είμ’ εγώ ποτέ αν φτάσουν να ‘ναι πρωτότυπο να είν’ αυθεντικοί χωρίς ανάγκη την εικόνα τους ν΄αλλάζουν. Η Μοίρα
όταν γεννήθηκα μου άφησε για δώρο… ® Αλήθεια, αυτά τα χρόνια η καρδιά μου, υπέφερε και πόνεσε πολύ απ’ το χαμό κάποιων αγαπημένων, από τ’ αδέρφια που πορέψαμε μαζί. Μ’ αυτή η θλίψη δύναμη μου δίνει, με ωριμάζει, με πολιορκεί. Μία καρδιά που δεν έχει ραγίσει, τόση ευτυχία να αντέξει πώς μπορεί. Να παραπονεθώ τώρα δε θέλω, για όσα δεν συνέβησαν ποτέ. Τον χρόνο που απέμεινε λατρεύω και όλα τ’ άλλα τα αφήνω στο Θεό! Η μοίρα
όταν γεννήθηκα μου άφησε για δώρο… ® Μουσική-Στίχοι: Γιάννη Δεβελέγκα