Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΣΙΑΡΑΒΑΣ 1950 (Στον Γιώργο ΣΙομπότη 24/12/2025)

 

Παραμονή Χριστούγεννα, σαν σήμερα παλιά,
στου χρόνου τα γυρίσματα πίσω πολύ βαθιά,
στα Γιάννενα στον μαχαλά πρωί πολύ νωρίς,
πριν φέξει, τα χαράματα στο έμπα τη αυγής,
με τον καλό τον φίλο μου τον Ρόζο τον Ηλία,
που ήμασταν συμμαθητές και δίπλα στα θρανία,
κινούσαμε για κάλαντα, «Δόξα Θεώ» να πούμε.
Δεν μοιάζαν στα σημερινά, ακόμα τα θυμούμαι.
……………
Το κρύο ήταν τσουχτερό στα Γιάννενα πρωί,
με την αντάρα συντροφιά, βαριά και σιωπηλή,
παίρναμε τα νοικοκυριά, τα σπίτια στη σειρά,
κι ήμασταν οι μοναδικοί από τη γειτονιά.
Κανείς απ’ άλλον μαχαλά εδώ δεν κατεβαίνει,
μέχρι τη βρύση την παλιά ο δρόμος μας πηγαίνει.
Δεκάρες ήταν η αμοιβή κι αν ήταν τυχερό,
με ένα πενηντάλεπτο θα στήναμε χορό.
..................
Κι απέ, μετά τη μοιρασιά, στη χούφτα τα λιανά,
για το παζάρι τρέχαμε με όνειρα τρελά,
παιχνίδια ν’ αγοράσουμε από του κυρ Θωμά,
που είχε όλων των λογιών καλούδια, ψιλικά.
Μια σβούρα όμως ξύλινη, μια αρμόνικα μικρή,
θα έκαναν αξέχαστη εκείνη τη στιγμή.
Ήταν αλλιώς τα πράγματα, σε άλλες εποχές,
τα πιο όμορφα Χριστούγεννα κι οι πιο ζεστές καρδιές!
 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ποίημα βασίστηκε (Διαμορφώθηκε) από τις αναμνήσεις του Γιώργου Σιομπότη παραμονή Χριστουγέννων του 2025, όπως μου τις διηγήθηκε με τον πρωινό καφέ σε κεντρική καφετέρια των Ιωαννίνων.    



Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Καλωσόρισα το βράδυ, καλώς ήρθε το πρωί
μα δεν φάνηκες στο δρόμο
δε σε φέρνει το στρατί.
……………
Μάτια μου, μάτια μου
σε πήρανε τα πουλιά
Μάτια μου, μάτια μου
σε πάνε στην ξενιτιά.
…………………
Καλωσόρισα τους μήνες και διπλώσαν οι καιροί
μα δε γύρισε στην πόρτα
του σπιτιού μας το κλειδί.
…………………
Μάτια μου, μάτια μου
σου στέλνω για φυλαχτό
Μάτια μου, μάτια μου
ένα φιλί μου γλυκό.
……………….
Καλωσόρισα τα χρόνια, φύγαν οι πρωτομαγιές
και στις άνοιξης το γιόμα
δεν ανθίζουν πασχαλιές.
………………
Μάτια μου, μάτια μου
όταν μια  μέρα θα ‘ρθεις
Μάτια μου, μάτια μου
ότι ποθούσες θα βρεις. 

Γιάννης Δεβελέγκας

Φωτογραφία: Από έκθεση φωτογραφίας του Παναγιώτη Δεβελέγκα



Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

ΤΟΥ ΚΑΠΗΛΕΙΟΥ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Για τσάρκα βγήκα αποβραδίς που στάθηκε μοιραία

αντίκρισα τα μάτια της κοντά στην προκυμαία

την κοίταξα με κοίταξε μου είπε τον καημό της

και άφησε στη θάλασσα τον αναστεναγμό της.

………………….

Μ΄ αποχαιρέτησε νωρίς ξημέρωμα Σαββάτου

με το καράβι της γραμμής, καράβι του θανάτου.

Στον Cavo Doro χάθηκε τα κύματα την πήραν

και την καρδιά μου στο βυθό μαζί της παρασύραν.

…………………..

Στοργή, φιλιά, παρηγοριά, μου χάρισε μια χήρα

σε τούτο δω το πέρασμα μας έδεσε η μοίρα...

Μα εκείνη, δεν την ξέχασα, ούτε και τον καημό της

κι ακούω όπου κι αν σταθώ τον αναστεναγμό της.

……………………

Τώρα μονάχος τριγυρνώ στων ναυτικών τα στέκια

τρομακτικοί μ' ακολουθούν θρύλοι κι αστροπελέκια

παρέα με απόμαχους σ’ αυτά τα καταγώγια

αναζητώ τη λησμονιά, στου καπηλειού τα λόγια…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας


THE WORDS OF THE TAVERN

I went out strolling late one night — a walk that proved my fate,
I saw her eyes down by the quay, where she did hesitate.
I looked at her, she looked at me, and told me of her sorrow,
Then cast her sigh upon the sea, to drift into the morrow.

………………………

She bid farewell at break of day, that early Saturday,
Aboard the coastal ferry boat — death's ship, they often say.
At Cavo D’oro she was lost, the waves became her shroud,
And with her, deep into the sea, my heart was dragged down loud.

………………………

I sought some comfort afterward in a widow I once knew,
I bought her beer to ease the night — a bitter sort of brew.
But I could never let her go, nor what she left behind,
Her sigh still haunts me everywhere — it echoes in my mind.

………………………

And now I wander all alone where sailors gather round,
Phantom storms and lightning bolts are all that now surround.
With aging men in smoky bars, among the ale and grog,
I seek to drown her memory — in the tavern’s murky fog...

Giannis Develegas 

(Translation from Greek to English, with the help of artificial intelligence).