Στο σπίτι του γραμματικού μεσάνυχτα και κάτι
πετάχτηκε η γερόντισσα απ’ το βαθύ τον ύπνο.
Τετράκις στριφογύρισε απάνω στο κρεβάτι
σα ν’ άκουσ’ έξω τη βροχή που έπεφτε στον τσίγκο.
Κ' είχε απλωμένα τα προικιά.
Γιαννιό, πρόσταξε στο παιδί που ξάπλωνε στο δώμα.
«Για κοίτ’ αντίκρυ πεφτ’ βρουχή απάνουθι στα τσίγκια»;
Κι ο Γιάννος πού με το Λενιώ ζεσταίνανε το στρώμα:
«Κοιμήσ' γριά, δεν έχει βρουχή, ιγώ κατράου μι φόρτσα».
Τ' είχε στα σκέλια τη χαρά!
Γιάννης Β. Δεβελέγκας




